Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Λογότυπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Public Health

Yγεία-ΕΕ- Ενημερωτικό δελτίο 186 - Ειδικό Θέμα

Σύμφωνα με νέα επιστημονική γνωμοδότηση δεν υπάρχει ασφαλές όριο για την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία (UVR) από ηλιακούς πάγκους (σολάριουμ)

newsletter_186_focus.jpg
newsletter_186_focus.jpg
newsletter_186_focus.jpg

του Theo Vermeire, προέδρου της επιστημονικής επιτροπής για την Υγεία, το Περιβάλλον και τους Νεοεμφανιζόμενους Κινδύνους (SCHEER)

newsletter_182_edito.jpg
newsletter_182_edito.jpg
newsletter_182_edito.jpg

Οι επιστημονικές επιτροπές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της επιστημονικής επιτροπής για την Υγεία, το Περιβάλλον και τους Νεοεμφανιζόμενους Κινδύνους (SCEΕHR), εργάζονται για την αξιολόγηση των κινδύνων. Καθήκον μας είναι να εξετάζουμε όλα τα πρόσφατα στοιχεία για ένα συγκεκριμένο ζήτημα και να καταλήγουμε σε συμπεράσματα με βάση επιστημονικές μελέτες που έχουν εκπονήσει αναγνωρισμένοι επιστήμονες.

Παρότι ασχολούμαστε με πολύ τεχνικά θέματα και στα μέλη μας συγκαταλέγονται κορυφαίοι εμπειρογνώμονες από όλον τον κόσμο, η εργασία μας δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους ακαδημαϊκούς και επιστημονικούς κύκλους, αλλά έχει ως σκοπό να συμβάλλει στην προστασία της υγείας και της ασφάλειας των Ευρωπαίων πολιτών.

Η γνωμοδότηση για την ασφαλή έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία (UVR) από ηλιακούς πάγκους για λόγους αισθητικής, η οποία μόλις δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 2016, είναι ένα παράδειγμα του ότι το έργο μας δεν έχει αποκλειστικά επιστημονικούς στόχους αλλά αφορά πραγματικά όλους τους πολίτες της ΕΕ. Η γνωμοδότηση αυτή, αν και εκ φύσεως αμφιλεγόμενη λόγω των ισχυρών συμφερόντων της βιομηχανίας ηλιακών πάγκων και του αριθμού των ατόμων που τους χρησιμοποιούν, μπορεί να κατευθύνει τους διαχειριστές κινδύνου και τους διαμορφωτές πολιτικής ώστε να προτείνουν νέους κανόνες και κανονισμούς, παρότι κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες των επιστημονικών επιτροπών.

Ρόλος μας είναι να εξετάζουμε ήδη υπάρχουσες μελέτες αμερόληπτα και ανεξάρτητα, χωρίς προκατάληψη, και να διατυπώνουμε επιστημονικά θεμελιωμένες γνωμοδοτήσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα δεδομένα υπάρχουν σοβαρές αποδείξεις ότι η έκθεση σε υπεριώδη ακτινοβολία (UVR) από ηλιακούς πάγκους προκαλεί μελάνωμα του δέρματος και ακανθοκυτταρικό καρκίνωμα, ιδίως όταν η πρώτη έκθεση πραγματοποιείται σε νεαρή ηλικία. Σχετίζεται επίσης εν μέρει με τα βασικοκυταρρικά καρκινώματα και το μελάνωμα στο μάτι.

Ως εκ τούτο δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλές όριο έκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία από ηλιακούς πάγκους. Η υπεριώδης ακτινοβολία, συμπεριλαμβανομένης αυτής που εκπέμπουν οι ηλιακοί πάγκοι, θεωρείται καρκινογόνος δεδομένου ότι μπορεί να προκαλέσει καρκίνο, ή να αυξήσει τις πιθανότητες εμφάνισής του. Συνεπώς δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι η χρήση ηλιακών πάγκων σε λογικά όρια ή σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες ασφάλειας μπορεί να είναι ασφαλής.

Ορισμένοι χρήστες ηλιακών πάγκων ισχυρίζονται ότι τους χρησιμοποιούν για να αυξήσουν την παραγωγή βιταμίνης D στον οργανισμό τους, αλλά αυτό δεν ισχύει δεδομένου ότι οι κίνδυνοι είναι περισσότεροι από τα οφέλη. Αν τα επίπεδα βιταμίνης D είναι ανεπαρκή, μια ισορροπημένη διατροφή και η σύντομη, τακτική έκθεση στον ήλιο αρκούν για να καλύψουν την έλλειψη αυτή και επιπλέον, σε αντίθετη περίπτωση, μπορούν να λαμβάνονται διατροφικά συμπληρώματα.

Η γνωμοδότηση αυτή αποτελεί επικαιροποιημένη έκδοση της γνωμοδότησης του 2006 σχετικά με τις βιολογικές συνέπειες της υπεριώδους ακτινοβολίας από ηλιακούς πάγκους, την οποία είχε εκδώσει η επιστημονική επιτροπή για τα καταναλωτικά προϊόντα. Η εν λόγω γνωμοδότηση κατέληγε στο ότι η χρήση συσκευών μαυρίσματος με υπεριώδη ακτινοβολία για λόγους αισθητικής ήταν πιθανό να αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης κακοήθους μελανώματος του δέρματος και πιθανόν μελανώματος του ματιού.

Το «πιθανό» δεν ισχύει πλέον: η χρήση συσκευών μαυρίσματος με ακτινοβολία UV για λόγους αισθητικής αυξάνει όντως τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, έστω και μετά από μία μόνο χρήση και ιδίως αν η έκθεση στην ακτινοβολία αυτή γίνεται πριν από την ηλικία των 30 ετών. Η γνωμοδότηση αυτή αποτελεί αξιολόγηση κινδύνου. Επαφίεται πλέον στα άτομα να αναλάβουν προσωπική ευθύνη και στους διαχειριστές κινδύνου να αποφασίσουν κατά πόσο ενδείκνυται η θέσπιση νέων κανονισμών ή περιορισμών.

Στη δεύτερη γνωμοδότηση για τα πρόσθετα καπνού, η SCHEER προτείνει στρατηγική σταδιακής αξιολόγησής τους

newsletter_186_focus2.jpg
newsletter_186_focus2.jpg
newsletter_186_focus2.jpg

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η επιστημονική της επιτροπή για την Υγεία, το Περιβάλλον και τους Νεοεμφανιζόμενους Κινδύνους (SCHEER) δημοσίευσαν στις 21 Δεκεμβρίου 2016 την τελική γνωμοδότηση για τα πρόσθετα που χρησιμοποιούνται στα προϊόντα καπνού (Πρόσθετα καπνού ΙΙ). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ζητήσει αυτή τη γνωμοδότηση στο πλαίσιο της εκπόνησης κατευθυντήριων γραμμών για την αξιολόγηση μεμονωμένων πρόσθετων καπνού.

Προηγουμένως είχε καταρτιστεί κατάλογος προτεραιότητας με 15 πρόσθετα που περιέχονται στα τσιγάρα και τα στριφτά τσιγάρα, με βάση την επιστημονική γνωμοδότηση (πρόσθετα καπνού Ι) της επιστημονικής επιτροπής για τους Ανακύπτοντες και τους Πρόσφατα Εντοπιζόμενους Κινδύνους για την Υγεία (SCENIHR). Η νέα γνωμοδότηση προχωρά ακόμη περισσότερο, σε συμμόρφωση με την οδηγία της ΕΕ για τα προϊόντα καπνού η οποία ζητά από τους κατασκευαστές και εισαγωγείς προϊόντων καπνού να διεξάγουν αναλυτικές μελέτες για τα πρόσθετα.

Ο κατάλογος προτεραιότητας, που θα αποτελέσει το σημείο εκκίνησης, καταρτίστηκε σύμφωνα με συγκεκριμένα κριτήρια και περιέχει αρχικά 15 πρόσθετα που χρησιμοποιούνται συχνά στα προϊόντα καπνού για να τους προσδώσουν μια χαρακτηριστική γεύση, να διευκολύνουν την εισπνοή τους ή να αυξήσουν τον εθισμό σε αυτά. Θα ζητείται η υποχρεωτική εκπόνηση διεξοδικών εκθέσεων για τα πρόσθετα αυτά καθώς και για άλλα που θα προστεθούν μελλοντικά στον κατάλογο.

Επειδή υπάρχουν χιλιάδες πρόσθετα τα οποία ενδεχομένως αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο κατά την καύση και τον συνδυασμό τους, η διεξαγωγή μεμονωμένων μελετών για τα πρόσθετα μπορεί να είναι μακροχρόνια και αποθαρρυντική διαδικασία. Η SCHEER προτείνει μια σταδιακή στρατηγική που θα ελαχιστοποιεί τις δοκιμές και θα προβλέπει την αξιολόγηση πρόσθετων με παρόμοιες δομές και ιδιότητες ομαδικά παρά μεμονωμένα, όπου αυτό είναι δυνατό.

Παράλληλα με την πρόταση συγκεκριμένων μέτρων και δοκιμών, η SCHEER προσδιόρισε ορισμένα γενικά κριτήρια, όπως, ότι τα αποτελέσματα των δοκιμών θα πρέπει να σχετίζονται με το κάπνισμα καπνού και να αφορούν τα πραγματικά επίπεδα ανθρώπινης έκθεσης καθώς και τις ασθένειες που προκαλεί το κάπνισμα. Επιπλέον, οι στρατηγικές συγκριτικών δοκιμών της τοξικότητας, με τις οποίες αξιολογείται η επίδραση ενός προϊόντος καπνού με και χωρίς το πρόσθετο, δεν κρίνονται επαρκείς για την ανάλυση των ιδιοτήτων τους με τη σημερινή διαθέσιμη μεθοδολογία. Πράγματι, προς το παρόν, επειδή οι μελέτες αυτές δεν επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό των υφιστάμενων διαφορών, λόγω της υψηλής τοξικότητας των ίδιων των προϊόντων καπνού, τα αποτελέσματά τους δεν μπορούν να ισχύουν γενικά για όλα τα προϊόντα και όλες τις μάρκες.

Η SCHEER, αντίθετα, προτείνει να εξετάζονται οι συνέπειες του καθαρού πρόσθετου, και των προϊόντων πυρόλυσής του, ώστε να αξιολογείται η συμβολή τους στην τοξικότητα του προϊόντος καπνού.

Η SCHEER επίσης εντόπισε μεγάλα κενά στα δεδομένα για τα 15 πρόσθετα προτεραιότητας και δημιούργησε ένα υπόδειγμα έκθεσης το οποίο καθιστά την υποβολή εκθέσεων ευκολότερη και περισσότερο ομοιογενή.